Monday, 29 April 2019

full moon dream





ΙΕΡΑΚΟΕΡΩΣ

το θείο

Σα βρέθηκα στς’ αγάπης το κυνήγι,
πάσχισα μ’ ακλόνητο σθένος
να υπερβώ, να υπερβώ,
ν’ αρπάξω τη λεία απ’ τη ροπή της.

Σ’ αυτή τη θεία συνεύρεση,
χώθηκα με τρέλα
Κι όμως μεσ’ αυτή
την έκσταση
το κερί έλιωσε απ’ τα φτερά μου
μα η αγάπη μου
αναδύθηκε
ν’ αρπάξει τη λεία απ’ τη ροπή της.

Μόλις αυτό το πέταγμά μου
υπερέβηκε τα όρια,
έκλεισα τα μάτια από συγκίνηση
και συνέχισα να τα καταλαμβάνω στα σκοτεινά.
Πήρα φόρα στα τυφλά για την αγάπη
-τον εαυτό μου να ξεπεράσω!
Και βρέθηκα ψηλά, τόσο ψηλά
ν’ αρπάξω τη λεία απ’ τη ροπή της.

Όσο πιο ψηλά έφτανα,
εκεί, στο ζαλισμένο παιχνίδι,
τόσο πιο χαμηλά έμοιαζα να βρίσκομαι,
τόσο πιο ταπεινός, αδύναμος και παράλυτος,
Και οδυρόμενος κραύγαζα, Μα κανείς δεν κερδίζει!
και βυθιζόμενος γοργά γοργά
μα ωθούμενος ψηλά, τόσο ψηλά
άρπαζα τη λεία απ’ τη ροπή της.

Τελικά, -θαύμα!- πέτυχα
χίλιες πτήσεις μέσα σε μία
η ουράνια ελπίδα μου να δει,
ό,τι εύχεται να κυριαρχεί.
Την επιδίωκα αυτή την ουσία
κ’ επιδιώκοντάς τη δε στερήθηκα
Έφτασα ψηλά, έκανα την υπέρβαση
άρπαξα τη λεία επιτέλους.






OF FALCONRY
a lo divino

 Upon a quest of love,
hope sturdy and steadfast,
I flew so high, so high,
I caught the prey at last.

 In this divine affair,
to triumph -if I might-
I had to soar so high
I vanished out of sight.
 Yet in the same ascent
my wings were failing fast-
but love arose so high
I caught the prey at last.

 Just when this flight of mine
had reached its highest mark,
my eyes were dazzled so
I conquered in the dark.
 I gave a blind black surge
for love -myself surpassed!
and went so high, so high
I caught the prey at last.

 The higher up I went
there, in this dizzy game,
the lower I appeared,
more humble, weak, and lame.
 I cried, But none can win!
and sinking fast oh fast
yet went so high, so high,
I caught the prey at last.

 Then -marvelous!- I made
a thousand flights in one,
for hope of heaven will see
all it can wish, be done.
 I hoped for this alone ;
 I hoped ; was not downcast.
 And went so high, so high,
I caught the prey at last.




OTRAS DEL MISMO A
lo divino

 Tras de un amoroso lançe
y no de esperança falto
bolé tan alto tan alto
que le di a la caça alcançe

 Para que yo alcance diese
a aqueste lance divino
tanto bolar me convino
que de vista me perdiese
y con todo en este trançe
en el vuelo quedé falto
mas el amor fue tan alto
que le di a la caça alcançe

 Quanto mas alto subía
deslumbrôseme la vista
y la más fuerte conquista
en escuro se hacía,
mas por ser de amor el lance
di un ciego y oscuro salto
y fui tan alto tan alto
que le di a la caça alcançe

 Quanto más alto llegaba
de este lançe tan subido
tanto más bajo, y rendido
y abatido me hallaba
Dixe no aura quien alcançe
y abatime tanto tanto
que fui tan alto tan alto
que le di a la caça alcançe

 Por una estraña manera
mil buelos passe de un buelo
porque esperança de çielo
tanto alcança quanto espera
esperé solo este lançe
y en esperar no fui falto
pues fui tan alto tan alto
que le di a la caça alcançe


Inspiration: Estrella Morente & Michael Nyman: Le di a la caza alcance
&
Otras Del Mismo A (Of Falconry) by San Juan de la Cruz 1542-1591

Monday, 15 April 2019

Thursday, 11 April 2019

Κ. ΠΑΡΘΕΝΗΣ - ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ ΑΘΑΝΑΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ



 Εἶνε, ἀλήθεια, παράδοξο νὰ μιλῇ κανεὶς γιὰ τὸ διωγμὸ τοῦ Ὠραίου στὸν τόπο ἀκριβῶς τοῦ Φειδία καὶ τοῦ Ἀπελλῆ. Καὶ ὅμως, ἀπὸ κάθε γωνιὰ δρόμου καὶ τοίχου, ὅπου ὀργιάζει ξεδιάντροπα ἡ ἀκαλαισθησία μὲ τὴν ἠλιθιότερη ρεκλάμα, ἀπὸ κάθε πάρκο καὶ πλατεῖα, μὲ τοὺς σκονισμένους φοίνικες καὶ τὰ μαραζωμένα δέντρα καὶ τὸ πλῆθος τῶν συρματοφόρων στύλων, ποὺ ὑψώνουν θλιβερὰ τὸ πληχτικό τους ἀνάστημα, ἀπὸ κάθε πόρτα καὶ παράθυρο τῶν ἄμορφων ὄγκων ποὺ καλοῦμε σπίτια, ἀπὸ τὰ βάθη τῶν ἐκκλησιῶν, μὲ τὸν ἱερόσυλο καὶ ἀγοραῖο διάκοσμό τους - ὁλοῦθε κατατρεγμένη, θαρρεῖς, ἡ ὀμορφιὰ ἁπλώνει ἀπελπιστικὰ τὰ χέρια καὶ παρακαλεῖ καὶ ξορκίζει τοὺς λίγους ποὺ τῆς ἀπέμειναν πιστοὶ νὰ τὴ βοηθὴσουν, νὰ τὴ σώσουν.
 Ἀλίμονο, κάθε μέρα ἀντιγράφει τὴν ἄλλη θλιβερὴ κι ἀνάλλαγη. Καὶ ἡ καλλιτεχνικὴ κληρονομιὰ ποὺ χρωστᾶμε στοὺς μεγάλους μας προγόνους βαραίνει ἀβάσταχτα τὴ φτώχια μας.
 Τὸ ἄτομο, περιωρισμένο καὶ ἀπομονωμένο, τίποτε δὲν τὸ συνδένει μὲ τὴν ἑστία του. Μὲ τὰ μάτια ὀρθάνοιχτα κι ἐρευνητικὰ τραβᾷ πρὸς ἄγνωστα κι ἐρημικὰ μονοπάτια. Ὅσοι ἀσχολοῦνται μὲ τὴν τέχνη, εἴτε ἀπὸ ἐπάγγελμα εἴτε ἀπὸ ἀγάπη, ἀποτελοῦν κάτι σὰ μιὰ τάξη ξεχωριστή, ποὺ τὸ πλῆθος, εἴτε ἀπὸ σεβασμὸ, εἴτε ἀπὸ περιφρόνηση, συνήθισε νὰ τοὺς θεωρῇ σὰν ἱεροφάντες κάποιας θρησκείας ποὺ δὲν τὴν νιώθει.
 Ἡ ἀσκήμια δὲ συγκινεῖ κανέναν, κανένα πόνο δὲν ξυπνᾷ. Ὅλοι τὴν παραδέχονται σὰν κάτι ἀπαραίτητο καὶ μοιραῖο. Ἡ τέχνη πουθενὰ δὲ λάμπει. Δὲ στολίζει κανένα ἀπὸ τὰ συνηθισμένα ἀντικείμενα γύρω μας. Δὲ φανερώνεται οὔτε στὸν ἐξωτερικὸ ρυθμό, οὔτε στὴν ἐσωτερικὴ διαρρύθμιση τῶν κατοικιῶν μας. Κι ἀντὶ νὰ διαχύνεται καὶ νὰ πλημμυρῇ ὁλάκερη τὴ ζωή μας, ἀπομένει περιωρισμένη καὶ φραγμένη μέσα στὶς τέσσερις βέργες μιᾶς χρυσῆς κορνίζας, ποὺ εἶνε καὶ τὰ ἔσχατα ὅρια τῶν παραχωρήσεών μας πρὸς τὸ ἰδανικό.
 Σὲ κάθε γιορτάσιμη ἢ ἐπίσημη ἐκδήλωσή μας φανερώνουμε τὸ χυδαῖο καὶ ἀρχοντοχωριάτικο γοῦστο γιὰ κάθε ψεύτικο καὶ ἐπιπόλαιο λοῦσο ποὺ παραλύει καὶ νεκρώνει κάθε κίνηση αἰσθητικὴ ἀληθινὰ γόνιμη· --- λεύτερα καὶ ἀσφαλέστερα ἀπὸ κάθε ἱστορικὸ κείμενο, ἡ τέχνη μᾶς πληροφορεῖ γιὰ μιὰ ὅποια ἐποχὴ καὶ μᾶς δίνει τὸ μέτρο γιὰ τὴ διανοητικότητα, τὰ ἰδανικὰ καὶ τὴν ἐλευθερία της. Ἤ μήπως ἡ τέχνη δὲν στάθηκε πάντα ὁ καλύτερος ὑπερασπιστὴς τῶν λαῶν;
 Ἂς σταματήσωμε λοιπὸν μιὰ στιγμὴ στὸ ὑλιστικὸ κατρακύλισμα ποὺ πήραμε στὸν τόπο μας καὶ μᾶς τυφλώνει γιὰ κάθε πνευματικὸ κι ἄς ἀκούσωμε τὸν καλλιτέχνη. Ἡ ζωή μας βέβαια τότε θ' ἀλλάξῃ. Ὁ καλλιτέχνης μόνος ξυπνᾷ τὸ αἴσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν ὀμορφιά, τὸν ἔρωτά μας καὶ τὸ θαυμασμὸ γι' αὐτή. Ἡ τέχνη του πάντα προκαλεῖ τὸ θαυμασμό μας καὶ τὸ ἔργο του παράγει τὴν ἐντύπωση τοῦ Ὡραίου. Γιατὶ τὸ ἔργο τοῦ καλλιτέχνη εἶναι ὁ μεστωμένος καρπὸς ποὺ βγαίνει μέσ' ἀπὸ μιὰ βαθιὰ πίστη καὶ πύρινη πεποίθηση καὶ τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ δώσῃ ὅποιος δὲν πιστεύει.
 Γι' αὐτὸ μονάχα οἱ μεγάλοι καλλιτέχνες μποροῦν νὰ μιλήσουν ἴσα μὲς στὴν ἀνθρώπινη ψυχή. Κι ὅσο πιὸ ἁπλὴ ἡ τέχνη του, τόσο καὶ τελειότερος ὁ καλλιτέχνης.
 Ὁ Περικλῆς εἶπε: «Φιλοκαλοῦμεν μετ' εὐτελείας». Ἡ εὐτέλεια αὐτὴ δὲν εἶνε φτώχια, εἶνε ἡ ἁπλότητα, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἁρμονία.
 Οὔτε ὅμως καὶ τὸ πολύπλοκο καὶ τὸ πολυσύνθετο εἶνε σημάδι πολιτισμοῦ πιὸ προχωρημένου.
 Ὁ σκοπός εἶνε ἐκεῖνα ποὺ σωριάσαμε χωρὶς νὰ πλουτίσουμε, νὰ τὰ ταξινομήσουμε, καὶ νὰ τ' ἁπλοποιήσουμε μνήσκοντας πάντα κύριοι τοῦ ἑαυτοῦ μας.
 Ἀπὸ τὴ φύση παίρνει ὁ καλλιτέχνης τὰ στοιχεῖα γιὰ τὸ ἔργο του. Ἡ φύση τοῦ δίνει τὶς λέξεις ποὺ ἀποτελοῦν τὴ γλῶσσα του.
 Ἡ τέχνη ποὺ δὲν πάει πιὸ πέρα ἀπὸ τὴ φύση δὲν ἀξίζει τ' ὄνομά της, δὲν ἔχει λόγο νὰ ὑπάρχῃ, ἀφοῦ δὲν παίρνει γιὰ σκοπό της παρὰ τὴν ἴδια τὴ φύση.
 Ἡ φύση δὲν εἶνε παρὰ τὸ πρόσχημα, ἡ ἀφορμή.
 Γιὰ τοῦτο λέμε «ἕνας Ρέμπραντ, ἔνας Βερονέζε», πρὶν ποῦμε τί παριστάνει καὶ ἡ εἰκόνα, ποιὸ εἶνε τὸ ἀντικείμενο. Ἡ φύση, ἡ ἀναπαράσταση ἐξαφανίζονται, τὸ ἄτομο, ἡ προσωπικότητα, ὁ δημιουργὸς ἐπιζεῖ.
 Ἢ μήπως ἡ ἀναδημιουργία τοῦ κόσμου, σύμφωνα μὲ τὴ διάπυρη φύση καὶ τὴν ψυχικὴ ἀνάγκη τοῦ καλλιτέχνη, δὲν εἶνε τρανὸ σημάδι τῆς ὑπέροχης καὶ ἰσόθεης δύναμής του; Κάθε τέχνη εἶνε δεμένη ἀδιάσπαστα μὲ τὸ ὑλικό της, ὅπως ἡ ψυχὴ μὲ τὸ σῶμα.
 Τότε ἡ τέχνη ζεῖ. Καὶ μονάχα ἡ τέχνη ἡ ζωντανὴ ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἐπαναστατῇ καὶ ν' ἀνοίγῃ καινούργιους δρόμους.
 Δρόμους ὅμως ποὺ ξεκινοῦν πάντα ἀπὸ τοὺς παλιοὺς καὶ ποὺ τοὺς ξετυλίγουν χωρὶς ποτὲ νὰ κόβουν καὶ τὴ συνοχὴ μαζί τους. Ἐνάντια σὲ ὅσα μᾶς λένε οἱ φουτουριστὲς ζωγράφοι, πού, ἀντὶ νὰ ἐμπνέωνται ἀπὸ τὴ φυσική τους διάθεση ὡς καλλιτέχνες τῆς γραμμῆς καὶ τοῦ χρώματος, ὑπακούουν σ' ἕνα συνθηματικό παράγγελμα καθαρὰ φιλολογικὸ καὶ ἄσχετο μὲ τὴν οὐσία τῆς ζωγραφικῆς, σ' ἕνα παράγγελμα ποὺ σοφίστηκε ἕνας λογοτέχνης καὶ ποὺ καταντοῦν τὴ ζωγραφικὴ παράθελά τους νὰ μὴν ἔχει ἄλλο σκοπὸ παρὰ νὰ ἐκτελῇ δουλικὰ ἕνα πρόγραμμα καὶ νὰ δικαιολογῇ ἕνα μανιφέστο (Marinetti). Ἡ νέα ζωὴ στὴν τέχνη βγαίνει πάντα ἀπὸ τὴν παλιά. Εἶνε ἡ λογικὴ συνέπεια καὶ ἡ συνέχεια τῆς ζωῆς. Καὶ ἡ ζωντανὴ τέχνη εἶνε ἡ ἴδια ἡ νιότη ποὺ ἀφίνει πάντα τοὺς δρόμους ἀνοιχτοὺς κι ἐλεύθερους. Τὸ ἄνθισμά της τὸ τελειωτικὸ θὰ ἔμοιαζε σὰν ἀποθεωτικὸ ἡλιοβασίλεμα, θὰ εἴτανε ἡ ζωή τοῦ περασμένου. Τὸ στερνὸ χαμόγελο τῆς τέχνης.
 Ἡ τέχνη ὅμως ἔχει καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἐπιστήμη της. Εἶνε τὸ στοιχεῖο ποὺ μᾶς μαθαίνει νὰ ξεχωρίζουμε τὰ ὅρια τοῦ δυνατοῦ στὴν τέχνη. Ἡ φαντασία, ἀχαλίνωτη, θὰ καταντοῦσε κυνήγημα μάταιο καὶ χιμαιρικό, ἔξω ἀπὸ κάθε πραγματικότητα. Μονάχα ἡ ἐπιστήμη τὴ συγκρατεῖ. Καὶ τὴν ἐπιστήμη μπορεῖ καθένας νὰ τὴ διδαχτῇ. Ἡ τέχνη εἶνε οὐσιαστικὰ ἀτομική, προσωπική. Ἡ ἐπιστήμη ὅμως ὄχι. Ἀλλὰ τὸ ἔργο ἀξίζει πάντα ὅσο ὁ καλλιτέχνης. Γι' αὐτὸ κι ἀξίζει παραπάνω νὰ εἶνε κανεὶς λιγώτερο σοφὸς καὶ νὰ παθαίνεται μὲ τὴν ἀθῷα ἐκείνη ἀφέλεια ποὺ μᾶς κάνει τόσο λατρευτὰ συμπαθητικοὺς τοὺς καλλιτέχνες τῆς πρώτης παιδιάτικης ἡλικίας τῆς τέχνης. Τῆς ἀπροσποίητης ἐκείνης καὶ ὁλότελα αὐθόρμητης τέχνης ποὺ τόσο μοιάζει μὲ τὴν τέχνη τῆς παιδιάτικης ἡλικίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ ποὺ μᾶς δίνει τὶς πιὸ ἀνέλπιστες ἐκπλήξεις.
 Ἡ φαντασία λοιπὸν καὶ ἡ λογικὴ ἔμπνευση καὶ ἡ μέθοδος εἶνε ἀπαραίτητα γιὰ τὴν τέχνη. Γιὰ τοῦτο ἡ ψυχὴ καὶ ἡ λογικὴ εἶνε οἱ δημιουργοὶ τοῦ Ὡραίου. Ὦ! Ὀμορφιὰ ποὺ σ' ἔχουν πάντα στὰ χείλη τους οἱ ἄνθρωποι, σ' ἔχουν ἄραγε καὶ μὲς στὴν ψυχή τους πάντα; Πόσοι ποὺ θαρροῦν πὼς σὲ ὑπερασπίζουν ἡρωϊκά, δὲν ἔχουν ἀποκηρύξει σάν αἱρετικοὺς τοὺς πιὸ μεγάλους νεωτεριστάς. Καὶ πόσοι δὲν σ' ἔχουν πάρει πότε γιὰ Ἑλληνίδα, πότε γιὰ Αἰγυπτία ἢ Ἰνδή, ἄλλοι πάλι γιὰ ἀρχαία ἢ νέα, γιὰ κλασικὴ ἢ ἰμπρεσιονιστική; Καὶ ὅμως ὁ ἰδεαλισμὸς ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ πρὸς ἐσένα μᾶς βροντοφωνεῖ ὅτι εἶσαι πάντα καὶ ἄλλη καὶ πὼς ἀνήκεις σ' ὅλους τοὺς καιροὺς καὶ τοὺς τόπους. Εἶσαι λοιπὸν καὶ σημερινή, ὦ ἀθάνατη Ὀμορφιά.

 Εφ. Δημοκρατία, 21 Οκτωβρίου 1923

Friday, 5 April 2019

Κ. ΠΑΡΘΕΝΗΣ - Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

(Ὀ ζωγράφος κ. Κ. Παρθένης, κατὰ τὴν τελετὴν τῆς ἀπονομῆς τοῦ Ἀριστείου ἔκαμε τὴν ἑξῆς διάλεξιν:)

 «Ἡ τέχνη, ἡ ἀνθρωπίνη ἔκφρασις τῆς ζωῆς, εἶνε ἡ ἴδια ἡ ἱστορία τῆς Ἀνθρωπότητος, τῶν δεινῶν της, τῶν εὐτυχιῶν της, τῶν πόθων της, τῆς παθητικῆς της προσπαθείας, ἀνάμεσα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες καὶ τοὺς πολιτισμούς, πρὸς ἕνα ἰδεῶδες ἀκόμη μυστηριῶδες ὑπὸ ἔποψιν ἰσορροπίας καὶ ἁρμονίας».
 Στὴν ἀτελείωτη ποικιλία τῶν ἐκδηλώσεων τῆς τέχνης, διακρίνει κανείς, ὅταν ἐμβαθύνει στὴν ἱστορία της, μιὰ βαθειὰ ἑνότητα, μιὰ πρωτεύουσα ἁρμονία.
 Ἀπὸ τὰ χρόνια τῶν πριμιτὶφ ἕως τὸ κατώφλι τῆς Ἀναγγενήσεως, ἀπὸ τὰ σπήλαια τὰ γεμάτα σκιὲς ὅπου οἱ πρῶτοι καλλιτέχναι σχεδιάζουν  χαράζοντας τὴν πέτρα, ἕως τοὺς καθεδρικοὺς ναοὺς τοὺς φωτισμένους ἀπὸ τὴν φαντασμαγορίαν τῶν ὑαλωμάτων των, ὑπὸ τὴν παναρμόνια Ἑλλάδα ὅπου οἱ μαρμάρινοι θεοὶ χαμογελοῦν γαλήνια στὸ λευκὸ καὶ ἀπέραντο φῶς ἕως τὶς ὑπέρογκες Ἰνδίες ὅπου πλῆθος ἀπὸ τέρατα βαρειὰ καὶ μόλις σχεδιασμένα στὸ γρανίτη τῶν ἐρημιῶν, πάντοτε, ὅταν προσέχουμε, ἀκοῦμε τὶς ἴδιες συνηθισμένες φωνὲς νὰ τραγουδοῦν στὸ αἰώνιον ᾆσμα τῆς συνεχίσεως τῆς δημιουργικῆς προσπαθείας.
 Ἁρμονικὸ τραγούδι, ὑπέροχη καὶ οὐράνια χορῳδία μὲ τὶς πολυποίκιλες καὶ ἔνθεες φωνές, μᾶς κάνεις νὰ ριγοῦμε ἀπὸ μιὰ μυστικὴ συγκίνηση καὶ μᾶς μαθαίνεις νὰ σεβόμαστε τὸ μυστήριο τοῦ Ἔργου ὅπου ὁ Καλλιτέχνης ἄντλησε τὴν ἀνάγκη νὰ μοιρὰση μὲ τοὺς ἄλλους τοὺς παλμοὺς τῆς ψυχῆς του.
 Ὅπως ἡ διαδοχὴ τῶν κρίκων σχηματίζει τὴν ἁλυσίδα, ὁ Καλλιτέχνης σχηματισμένος ἀπὸ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ παρὸν ἐξασφαλίζει τὴν συνέχειαν τῆς παραδόσεως.
 Ἡ παράδοσις εἶναι ἡ διαδοχὴ τῶν συνηθειῶν τῆς ζωῆς. Ἡ ζωὴ στὴν τέχνη ἑδρεύει εἰς τὶς προσωπικότητες ποὺ διακρίνονται ἀπὸ τὸ ὅτι κατέχουν τὸ δῶρο νὰ μεταμορφώνουν τὴ φύση διὰ μέσου τῆς εὐαισθησίας των. Δὲν ὑπάρχει ἀληθινὴ καὶ αὐθόρμητη δημιουργία καὶ κατὰ συνέπεια οὔτε στὺλ χωρὶς παράδοση.
 Ἡ ζωγραφικὴ τῆς ἐποχῆς μας διακρίνεται ἀπὸ τὶς πλέον πολυποίκιλες τάσεις, καὶ ὅπως στὶς μεγάλες ἐποχές, ἡ τέχνη σήμερα δὲν γνωρίζει ποτὲ διακοπὴ ἐνόσῳ τὸ ἐφευρετικὸ πνεῦμα δὲν παύει νὰ ἐκδηλώνεται. Καὶ ἐνόσῳ αὐτὴ ἀνανεώνεται στοὺς τρόπους τῆς ἐκφράσεως ἐλεύθερα.
 Ἐποχὴ πλούσια σ' ἐφευρέσεις!- χαραυγὴ ἐλευθεριᾶς στὴν τέχνη!
 Ἐν τούτοις ἡ θέληση τῆς ἀντιδράσεως ἐναντίον τῆς ἁπλῆς ἀντιγραφῆς τῆς φύσεως, τοῦ ἀκαδημαϊσμοῦ ὁ ὁποῖος ὁλοένα καὶ περισσότερο ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὴ φύση ὅσες φορὲς τὴν ἐμιμήθη πιὸ δουλικά, ἑνώνει ἐκλεκτοὺς καλλιτέχνες σὲ μιὰ καὶ ἴδια προσπάθεια: - Τὴν ἀναζήτηση τῆς διακοσμητικῆς ἐννοίας, τῆς ἰσορροπίας τῶν ἀντικειμένων, τῆς συμφωνίας των, τῶν ἀνταποκρίσεών των καὶ τὴν ἀναζήτηση τοῦ μυστικοῦ ἐκείνου ποὺ μόνο τὸ προσεκτικὸ βλέμμα ἀνακαλύπτει σὲ ὁποιαδήποτε γωνία τῆς φύσεως. Τοὺς ἑνώνει ἐπίσης εἰς τὸ νὰ ἀντιλαμβάνονται ὅτι ἡ ζωγραφικὴ εἶναι ἡ μεταφορὰ τῶν σκορπισμένων στοιχείων τοῦ ἀπείρου σὲ μιὰ λογικὴ τὰξη. Εἰς τὸ νὰ ζητοῦν ἀπὸ τὴν τέχνη τὴν ἐπιβλητικὴ ὀμορφιὰ τῶν σχημάτων καὶ τῶν κινήσεων, νὰ διερμηνεύουν τὴν μορφή, νὰ τὴν πλάθουν, νὰ τὴν συμμαζεύουν εἰς ἐπίπεδα καὶ μάζες οὐσιώδεις καὶ χαρακτηριστικές. Εἰς τὸ νὰ ζητοῦν ἀπὸ τὴ φαντασία νὰ πολλαπλασιάζῃ εἰς τὸ ἄπειρο τὶς διάφορες ἐναλλαγὲς εἰς ἕνα θέμα ἐκφραστικὸ καὶ διακοσμητικὸ, ὅπως ὅταν σύννεφα ἁπλωνόμενα σ' ἕνα μεγάλο οὐρανὸ πολλαπλασιάζονται εἰς διάφορα ἀρχιτεκτονικὰ σχήματα. Εἰς τὸ ν' ἀποδώσουν τέλος εἰς τὴ φαντασία, τὴν κατ' ἐξοχὴν αὐτὴ βασίλισσα τῶν ἱκανοτήτων τοῦ ζωγράφου, τὰ δικαιώματά της.
 Ἡ ζωγραφικὴ λοιπὸν ζητεῖ νὰ ξαναγυρίσῃ στὴν πρώτη της ἀποστολή, τὴ διακοσμητική.
 Εἰς τὸ ἰμπρεσσιονιστικὸ χρῶμα παίρνει τὸ φῶς της, τὴ διαύγειά της καὶ τὴν ἔντασή της, τὸ κάμνει ἕνα ὄργανο ἐκφράσεως, τὸ καθιστᾷ ἐφάμιλλο τῆς γραμμῆς, ὑπακούοντας μαζί της εἰς τοὺς ἴδιους νόμους. Ἡ πινελιὰ γίνεται κι αὐτὴ σημαντικὸ στοιχεῖο. Ἐνῷ στὸν ἰμπρεσσιονισμὸ δίνει τὴν αὐταπάτη τῆς ἀτμοσφαίρας ὅπου λούζονται τὰ ἀντικείμενα σὲ μιὰ ὡρισμένη στιγμή, στὴν διακοσμητικὴ ζωγραφικὴ ἀντιπροσωπεύει τὴ θέληση τὴς ἁπλοποιήσεως ποὺ σκοπὸ ἔχει νὰ φανερώσῃ τὸν τυπικὸ χαρακτῆρα ἑνὸς τοπίου ἤ ἑνός προσώπου, ἑνός δένδρου ἤ ἑνὸς ἄνθους. Καὶ ἐνῷ συγχρόνως χρωματίζει, ἡ πινελιὰ ἐντείνει τὴ μορφὴ καὶ ἐκφράζει τὴν κατασκευή.
 Ἡ διάνοια παίζει μεγάλο ρόλον εἰς παρόμοια ἔργα ὅπου ὁ καλλιτέχνης, ἐλεύθερος καὶ πειθαρχούμενος μαζί, ἐκφράζει μὲ τὴ σύνθεση τὴν ἐσωτερικὴ ἀλήθεια. Ἀλλὰ μὴ συγχύζουμε τὴν τακτοποίησι μὲ τὴ σύνθεση. Ἡ σύνθεση εἶνε ἡ λογικὴ ἔκφραση ἑνὸς ἐσωτερικοῦ καὶ προσωπικοῦ ρυθμοῦ ὁ ὁποῖος, προτοῦ νὰ προσδιορισθῇ εἴτε εἰς τὸ μουσαμᾶ εἴτε εἰς τὸ μάρμαρο, προϋπῆρξεν ὡς μουσικὴ μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ καλλιτέχνη.
 Στὶς ἡμέρες μας καθὼς σὲ ὅλες τὶς ἐποχὲς ὁ καλλιτέχνης ἡμπορεῖ κάλλιστα νὰ δημιουργήσῃ ἔργο κλασσικό. Ἄς μὴν ἐξομοιώσουμε τὴν λέξη αὐτὴ μὲ ἕνα ἰδεῶδες ποὺ ἄγγιξαν οἱ μεγάλες ἐποχὲς τῆς τέχνης, λ. χ. οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, οἱ Ἰταλοὶ τῆς Ἀναγεννήσεως. Ἄς ἀποδεχθοῦμε  καλύτερα τὴ λέξη αὐτὴ τοῦ κλασικισμοῦ ὡς συνώνυμη τῆς αἰωνίας λογικῆς εἰς ὁποιανδήποτε ἔκφραση τῆς τέχνης. Ἄς μὴ πιστεύωμε σὲ μιὰ καὶ μόνη ὀμορφιά, ἀλλὰ εἰς πολυάριθμες ὀμορφιές, ὅπως εἶνε οἱ ὄψες τῆς ζωῆς.
 Ὁ ἀρχαϊκὸς Ἕλλην καλλιτέχνης παριστάνει γλυπτικῶς ἕνα χιτῶνα σχεδὸν ὡς μία στήλη. Ὁ Σύριος καλλιτέχνης μιὰ χαίτη ἀγριμιοῦ μὲ συνεχόμενα τρίγωνα. Γιὰ τὸ Ρέμπραντ οἱ φόρμες εἶνε λευκὲς ἀστραπὲς ἐπάνω σὲ σκοτεινὲς σκιές, ἐνῷ ὁ νεώτερος καλλιτέχνης μεταφράζει τὸ ἀκτινοβόλισμα μιᾶς φλόγας μὲ κυκλωτικὲς κίτρινες γραμμές.
 Ν' ἀντικαθιστᾷ κανεὶς ἕνα ἀντικείμενο μ' ἕνα ἐκφραστικό, λογικὸ καὶ ἁρμονικὸ ἀπὸ γραμμὲς καὶ χρώματα παιγνίδι, νὰ ζωογονῇ ὅ,τι μοιάζει ξέψυχο, νὰ κάνει τὴν ἔκταση πιὸ πλατειά,τὸ φῶς πιὸ ἐντατικό, νὰ ἀντιμετωπίζῃ ὄχι μόνο τὴ φύση, ἀλλὰ νὰ ἑρμηνεύῃ ὅλες τὶς ἰδέες ποὺ μᾶς κυριεύουν, νὰ σμίγῃ εἰς τὸν συνηθισμένον κόσμο ἕνα κόσμο ὑπερφυσικό, στὴν ἐλεύθερη διάθεση μιᾶς μυστικῆς φαντασίας, εἶνε ὁ θρίαμβος τῆς ζωγραφικῆς.
 Πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν ποίηση, ἡ ζωγραφικὴ προσδιορίζει τὰ ἀντικείμενα μὲ παραβολὲς καὶ εἶνε ἡ ἴδια ἡ ἰδιότης τῆς ζωγραφικῆς νὰ μπορῇ νὰ δίνῃ ἕνα νέο ὁρισμὸ τοῦ κόσμου, ὄχι ν' ἀναπαράγῃ ἀλλὰ νὰ παριστάνῃ τ' ἀντικείμενα μὲ ὑποβλητικὰ κοσμὴματα ἀναλόγως τῆς συγκινήσεως.
 Ὁ ζωγράφος εἶνε ὁ καλλιτέχνης ὁ ὁποῖος, μολονότι ἀκούοντας τὶς ἐξωτερικὲς φωνὲς ποὺ τοῦ ὑπαγορεύουν τὸν κόσμο, ἀκούει συγχρόνως τὶς ἐσωτερικὲς φωνὲς οἱ ὁποῖες τὸν παρασύρουν νὰ τὸν ἐξυμνήσῃ.
 Τέχνη τέλεια ποὺ συνοψίζει ὅλες τὶς ἄλλες τέχνες καὶ τὶς συμπληρώνει, ἡ ζωγραφικὴ εἶνε ἀπὸ ὅλα τὰ λυρικά μας τραγούδια ἐκεῖνο ποὺ βεβαιώνει πιὸ φανερὰ καὶ περίλαμπρα τὴ δόξα τοῦ κόσμου.

Περ. Ἀνθρωπότης, τχ. 7, 1920